Κείμενο του ερευνητικού προγράμματος

Ποιος ξέρει τι αξίζει;

Όταν το μετρήσιμο αποφασίζει για το μη μετρήσιμο — και γιατί η συμμετοχή των πολιτών είναι όρος γνώσης, όχι μόνο δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Δημόσια HTML απόδοση του αρχειακού κειμένου. Το περιεχόμενο αποδίδεται από το προηγούμενο δημόσιο PDF χωρίς προσθήκη νέου υλικού.

Ποιος ξέρει τι αξίζει; Όταν το μετρήσιμο αποφασίζει για το μη μετρήσιμο — και γιατί η συμμετοχή των πολιτών είναι όρος γνώσης, όχι μόνο δημοκρατικής νομιμοποίησης Η σύγχρονη διακυβέρνηση διαθέτει περισσότερα δεδομένα από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Μετρά την ανάπτυξη, το χρέος, την παραγωγικότητα, τις εκπομπές, τις επιδόσεις των σχολείων, τους χρόνους αναμονής στα νοσοκομεία, το κόστος των δημόσιων υπηρεσιών και την απόδοση των επενδύσεων. Κατασκευάζει δείκτες, μοντέλα κινδύνου, συστήματα αξιολόγησης και συγκριτικούς πίνακες. Και καλώς το κάνει, γιατί η πολιτική που αγνοεί τα δεδομένα δεν γίνεται περισσότερο ανθρώπινη· γίνεται απλώς περισσότερο αυθαίρετη.

Το πρόβλημα αρχίζει αλλού: όταν εκείνο που μπορεί να μετρηθεί παύει να λειτουργεί ως πληροφορία για την απόφαση και αρχίζει να υποκαθιστά το ίδιο το αντικείμενο της απόφασης. Όταν, δηλαδή, η μέτρηση δεν μας βοηθά πλέον να αποφασίσουμε τι αξίζει, αλλά αποκτά σταδιακά την ισχύ να καθορίζει η ίδια τι θεωρούμε άξιο να διατηρηθεί, να προστατευθεί ή να επιδιωχθεί.

Η γνωστή αρχή του Goodhart περιγράφει μία πλευρά αυτής της παγίδας: όταν ένας δείκτης μετατρέπεται σε στόχο, τείνει να χάνει την ποιότητά του ως δείκτης. Ένα σχολείο που αξιολογείται σχεδόν αποκλειστικά από τις επιδόσεις σε εξετάσεις αποκτά ισχυρό κίνητρο να οργανώσει ολόκληρη τη λειτουργία του γύρω από ό,τι εξετάζεται. Ένα νοσοκομείο που κρίνεται πρωτίστως από τον μέσο χρόνο εξυπηρέτησης μπορεί να βελτιώσει τον συγκεκριμένο αριθμό χωρίς να βελτιώσει αναγκαστικά την πραγματική εμπειρία όλων των ασθενών. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι δείκτες είναι ψευδείς ή άχρηστοι. Είναι ότι αποτυπώνουν αναγκαστικά ένα μέρος της πραγματικότητας και όχι το σύνολό της.

Από εδώ προκύπτει ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει τι πρέπει να μετρηθεί και, ακόμη περισσότερο, ποιος μπορεί να γνωρίζει τι αξίζει;

Η εξουσία του δείκτη Ας υποθέσουμε ότι μια δημόσια αρχή εξετάζει τη συγχώνευση δύο νοσοκομειακών μονάδων. Μπορεί να υπολογίσει το λειτουργικό κόστος, τον αριθμό των κλινών, τις πληρότητες, τη στελέχωση, τον μέσο χρόνο νοσηλείας και την απόσταση ανάμεσα στις μονάδες. Με αυτά τα στοιχεία μπορεί να κατασκευάσει ένα ισχυρό επιχείρημα αποτελεσματικότητας και ενδεχομένως να έχει δίκιο.

Η πραγματική απόφαση, όμως, περιέχει περισσότερα από όσα εμφανίζονται στους πρώτους αυτούς δείκτες. Τι σημαίνει η επιπλέον απόσταση για έναν ηλικιωμένο χωρίς αυτοκίνητο; Πώς μεταβάλλεται η δυνατότητα μιας οικογένειας να φροντίζει έναν νοσηλευόμενο όταν πρέπει να μετακινείται καθημερινά; Τι συμβαίνει σε μια ορεινή περιοχή τον χειμώνα; Ποια πίεση μεταφέρεται στο ΕΚΑΒ; Και τι σημαίνει η σταδιακή απομάκρυνση βασικών υπηρεσιών για την απόφαση μιας οικογένειας να παραμείνει ή να εγκαταλείψει έναν τόπο;

Πολλά από αυτά μπορούν επίσης να μετρηθούν, εφόσον προηγουμένως κάποιος αναγνωρίσει ότι πρέπει να τα μετρήσει. Άλλα μπορούν να προσεγγιστούν μόνο ατελώς. Και ορισμένα αποκτούν το πολιτικό τους βάρος όχι επειδή είναι εύκολα ποσοτικοποιήσιμα, αλλά επειδή αφορούν τον τρόπο με τον οποίο άνθρωποι και κοινότητες μπορούν να συνεχίσουν να ζουν.

Το ίδιο συμβαίνει σε ένα μεγάλο ενεργειακό έργο. Η τεχνική μελέτη μπορεί να αποτιμήσει ισχύ, κόστος, ενεργειακή απόδοση, εκπομπές και χρόνο απόσβεσης. Δεν γνωρίζει όμως αυτομάτως τι σημαίνει για μια συγκεκριμένη κοινότητα η αλλαγή ενός τοπίου, η απώλεια μιας παραγωγικής δραστηριότητας, μια διαφορετική χρήση της γης ή η μεταβολή της σχέσης των κατοίκων με τον τόπο τους. Τίποτε από αυτά δεν αποτελεί από μόνο του επιχείρημα υπέρ ή κατά του έργου. Αποτελεί όμως μέρος της πραγματικότητας πάνω στην οποία θα εφαρμοστεί η απόφαση και, επομένως, μέρος της γνώσης που η απόφαση οφείλει να επεξεργαστεί.

Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σημαντικές και συχνά αθέατες μετατοπίσεις της σύγχρονης διακυβέρνησης. Η διοίκηση δεν χρειάζεται να ισχυριστεί ρητά ότι ό,τι δεν μετριέται δεν έχει αξία. Αρκεί στην πράξη εκείνο που διαθέτει αριθμό, δείκτη, μοντέλο και χρηματική αποτίμηση να εισέρχεται στη διαδικασία λήψης της απόφασης με πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνο που παραμένει διάχυτο στην κοινωνική εμπειρία.

Και επειδή αυτή η δεύτερη μορφή γνώσης είναι δυσκολότερο να συγκεντρωθεί και να τυποποιηθεί, εμφανίζεται συχνά αργότερα, όταν η απόφαση έχει ήδη σχεδόν ολοκληρωθεί, ως «αντίδραση», «τοπική αντίσταση», «συντεχνιακή πίεση» ή απλώς ως πολιτικό κόστος. Κι όμως, ένα μέρος αυτής της αντίδρασης μπορεί να μην είναι τίποτε περισσότερο από γνώση που δεν ζητήθηκε όταν ακόμη μπορούσε να επηρεάσει τον σχεδιασμό.

Η κοινωνία δεν είναι απλώς φορέας γνώμης Αν δεχθούμε αυτό το σημείο, τότε χρειάζεται να μετατοπίσουμε και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη συμμετοχή των πολιτών.

Συνήθως τη δικαιολογούμε με ένα κανονιστικό επιχείρημα: οι αποφάσεις αφορούν τους πολίτες, επομένως οι πολίτες δικαιούνται να έχουν λόγο. Το επιχείρημα αυτό είναι ισχυρό και παραμένει απολύτως αναγκαίο. Δεν είναι όμως το μοναδικό.

Υπάρχει και ένα δεύτερο, γνωσιολογικό επιχείρημα.

Η διοίκηση, η επιστημονική κοινότητα και οι εξειδικευμένοι φορείς διαθέτουν συγκεντρωμένη τεχνική και διοικητική γνώση. Γνωρίζουν πράγματα που ο μέσος πολίτης ούτε γνωρίζει ούτε είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει. Ένας μηχανικός γνωρίζει πολύ περισσότερα για τη στατικότητα μιας γέφυρας, ένας επιδημιολόγος μπορεί να αξιολογήσει δεδομένα που ο μη ειδικός δεν μπορεί να ερμηνεύσει, ένας οικονομολόγος μπορεί να μοντελοποιήσει δημοσιονομικές επιπτώσεις και ένας γεωπόνος να αξιολογήσει τεχνικά μια καλλιεργητική πρακτική.

Από αυτό όμως δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι φορείς κατέχουν και ολόκληρη τη γνώση που απαιτείται για μια πολιτική απόφαση. Η κοινωνία διαθέτει ένα διαφορετικό είδος γνώσης, το οποίο δεν είναι κατώτερο αλλά διαφορετικά κατανεμημένο. Βρίσκεται διασκορπισμένο σε εκατομμύρια ανθρώπους και στις διαφορετικές θέσεις που καταλαμβάνουν μέσα στον κοινωνικό κόσμο. Είναι βιωματικό, επειδή παράγεται μέσα από την καθημερινή επαφή με τις συνέπειες των πολιτικών. Είναι τοπικό και παραγωγικό, επειδή συνδέεται με συγκεκριμένους τόπους, επαγγέλματα, μορφές εργασίας και δίκτυα σχέσεων. Είναι επίσης αξιακό και, με μια ευρύτερη έννοια, ανθρωπολογικό, επειδή περιλαμβάνει γνώση για το τι οι άνθρωποι θεωρούν ανεκτό, πολύτιμο, απειλούμενο ή αναντικατάστατο στον τρόπο ζωής τους.

Αυτή τη σχέση θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε ως Αρχή της Κατανεμημένης Ανθρωπολογικής Γνώσης: η εξουσία διαθέτει συγκεντρωμένη διοικητική και τεχνική γνώση, ενώ η κοινωνία διαθέτει κατανεμημένη βιωματική, τοπική, παραγωγική, αξιακή και ανθρωπολογική γνώση. Καμία από τις δύο δεν αρκεί από μόνη της.

Η συνέπεια είναι σημαντική. Ο πολίτης δεν συμμετέχει μόνο επειδή δικαιούται να νομιμοποιήσει ή να αμφισβητήσει μια απόφαση που άλλοι έχουν επεξεργαστεί. Συμμετέχει και επειδή ένα μέρος της γνώσης που απαιτείται για να ληφθεί η απόφαση βρίσκεται σε αυτόν και δεν υπάρχει αλλού με την ίδια μορφή.

Οι ειδικοί γνωρίζουν περισσότερα — αλλά όχι τα πάντα Η διαπίστωση αυτή θα ήταν εύκολο να παρεξηγηθεί ως επίθεση στην επιστημονική γνώση. Θα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που απαιτείται.

Οι πολίτες δεν μπορούν ούτε πρέπει να αποφασίζουν με ψηφοφορία αν ένα κτίριο είναι στατικά ασφαλές, αν ένα φάρμακο είναι αποτελεσματικό ή ποια είναι η πιθανότητα αστοχίας ενός τεχνικού συστήματος. Αυτά είναι ζητήματα που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση, μεθοδολογία, εμπειρικό έλεγχο και επαγγελματική ευθύνη.

Υπάρχει όμως μια κατηγορία ερωτημάτων που η επιστήμη δεν μπορεί να απαντήσει μόνη της, όχι επειδή είναι ανεπαρκής αλλά επειδή τα ερωτήματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά επιστημονικά.

Ο ειδικός μπορεί να υπολογίσει την πιθανότητα ενός κινδύνου, αλλά από τον υπολογισμό αυτόν δεν προκύπτει αυτομάτως ποιος βαθμός κινδύνου είναι κοινωνικά αποδεκτός. Μπορεί να εκτιμήσει ότι μια λύση είναι οικονομικά αποτελεσματικότερη, αλλά η τεχνική αυτή κρίση δεν αποφασίζει ποια κοινωνική ομάδα πρέπει να επωμιστεί το κόστος της αποτελεσματικότητας. Μπορεί να συγκρίνει το σημερινό κόστος δύο εναλλακτικών, αλλά δεν μπορεί με την ίδια αναλυτική πράξη να καθορίσει ποια μελλοντική δυνατότητα μια κοινωνία είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει οριστικά.

Αυτά τα ερωτήματα είναι πολιτικά ακριβώς επειδή περιέχουν συγκρούσεις ανάμεσα σε διαφορετικές αξίες, συμφέροντα, κινδύνους και δυνατές μορφές του μέλλοντος. Η λύση, επομένως, δεν είναι να αντικαταστήσουμε την τεχνοκρατία με μια αδιαμεσολάβητη «λαϊκή βούληση». Είναι να δημιουργήσουμε μια περισσότερο απαιτητική θεσμική αρχιτεκτονική, στην οποία να συνδέονται χωρίς να συγχέονται τρία διαφορετικά στοιχεία: η επιστημονική γνώση, η υπεύθυνη πολιτική απόφαση και η πραγματική κοινωνική δραστικότητα.

Η συμμετοχή έχει αξία μόνο όσο κάτι μπορεί ακόμη να αλλάξει Από τη στιγμή που η κοινωνική συμμετοχή έχει και γνωσιολογική λειτουργία, ο χρόνος στον οποίο πραγματοποιείται αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Μια διαβούλευση που αρχίζει αφού έχει ήδη επιλεγεί η βασική λύση, εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση, υπογραφεί η σύμβαση ή δημιουργηθεί τόσο μεγάλο πολιτικό και οικονομικό κόστος αναστροφής ώστε καμία άλλη επιλογή να μην είναι πλέον ρεαλιστική μπορεί να προσφέρει πληροφόρηση ή να περιορίσει εντάσεις. Δεν μπορεί όμως να επιτελέσει πλήρως τη γνωσιακή λειτουργία της συμμετοχής.

Για να συμβεί αυτό, η κοινωνική γνώση πρέπει να εισέρχεται στη διαδικασία όταν υπάρχει ακόμη κάτι πραγματικό να γνωρίσουμε και κάτι πραγματικό να μεταβάλουμε: πριν κλειδώσει ο ορισμός του προβλήματος, πριν αποκλειστούν οι βασικές εναλλακτικές και πριν δημιουργηθούν μη αναστρέψιμα τετελεσμένα.

Η απαίτηση αυτή γίνεται ισχυρότερη όσο αυξάνεται η μη αναστρεψιμότητα μιας απόφασης. Μια διοικητική ρύθμιση που μπορεί να διορθωθεί σε λίγους μήνες δεν απαιτεί την ίδια διαδικαστική ένταση με μια επιλογή που δεσμεύει υποδομές, δημόσιους πόρους, φυσικό κεφάλαιο ή παραγωγικές δυνατότητες για δεκαετίες.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάθε απόφαση πρέπει να οδηγείται σε δημοψήφισμα ή ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να μπορεί να αποφασίζει. Μια τέτοια αντίληψη θα υποτιμούσε τόσο την ανάγκη αποτελεσματικής διακυβέρνησης όσο και την ανάγκη σαφούς κατανομής της πολιτικής ευθύνης.

Η συνέπεια είναι πιο συγκεκριμένη και περισσότερο αναλογική: όσο αυξάνονται η βαρύτητα, η αβεβαιότητα και η μη αναστρεψιμότητα μιας απόφασης, τόσο ισχυρότερη πρέπει να γίνεται η απαίτηση έγκαιρης κοινωνικής συμμετοχής, πληρέστερης αιτιολόγησης και πραγματικής εξέτασης εναλλακτικών.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να κυβερνά και οι ειδικοί εξακολουθούν να γνωμοδοτούν. Η κοινωνία όμως παύει να εισέρχεται στη διαδικασία μόνο στο τέλος, ως αποδέκτης μιας ήδη διαμορφωμένης επιλογής ή ως φορέας εκ των υστέρων διαμαρτυρίας.

Η ψήφος δεν μπορεί να περιέχει όλη τη μελλοντική γνώση Η ίδια λογική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν τη δούμε μέσα στη διάρκεια της διακυβέρνησης.

Η εκλογική πράξη πραγματοποιείται σε μια συγκεκριμένη στιγμή, ενώ η πολιτική εξουσία ασκείται επί χρόνια. Στο διάστημα αυτό εμφανίζονται νέες κρίσεις, νέες τεχνολογίες, διεθνείς μεταβολές, οικονομικές ανατροπές και κοινωνικά προβλήματα τα οποία δεν ήταν δυνατόν να περιληφθούν πλήρως στην αρχική επιλογή του πολίτη.

Γι’ αυτό η εκλογική εξουσιοδότηση δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι περιέχει εκ των προτέρων ούτε γνώση ούτε συναίνεση για κάθε μελλοντική απόφαση. Δεν είναι λευκή επιταγή, αλλά ούτε μπορεί να είναι λεπτομερής σύμβαση τεσσάρων ετών που προεξοφλεί κάθε ενδεχόμενο.

Ανάμεσα στην εκλογή και στην επόμενη εκλογή χρειάζονται επομένως θεσμοί μέσω των οποίων η κοινωνική γνώση μπορεί να επανεισέρχεται στη διαδικασία, ακριβώς επειδή αλλάζει το ίδιο το αντικείμενο της πολιτικής απόφασης.

Σε αυτό το σημείο η έννοια της Αληθούς Αντιπροσώπευσης διαφοροποιείται από μια γενική απαίτηση για «περισσότερη συμμετοχή». Η συμμετοχή δεν αποτελεί διακοσμητικό συμπλήρωμα της κυβερνητικής απόφασης ούτε αποσπασματική παραχώρηση της εξουσίας. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη σχέση ανάμεσα στην εξουσιοδότηση, στη γνώση, στην πραγματική ισχύ, στη λογοδοσία και στην αναθεωρησιμότητα.

Ο εκλεγμένος φορέας εξακολουθεί να έχει την ευθύνη να αποφασίζει. Η αναγκαία κυβερνητική αυτονομία, όμως, δεν πρέπει να μετατρέπεται σε θεσμική αποδέσμευση από την κοινωνία που την εξουσιοδότησε.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «ειδικοί ή πολίτες» Ένα από τα πιο παραπλανητικά σχήματα του δημόσιου λόγου είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στην «ορθολογική γνώση των ειδικών» και στη «βούληση του λαού», σαν να έπρεπε κάθε πολιτική κοινωνία να επιλέξει ανάμεσα στα δύο.

Η πραγματική επιλογή δεν βρίσκεται εκεί.

Μια σοβαρή πολιτεία χρειάζεται περισσότερη και καλύτερη επιστημονική γνώση, όχι λιγότερη. Χρειάζεται επαγγελματική διοίκηση, αξιόπιστα δεδομένα, σαφείς δείκτες και πραγματική δυνατότητα να ελέγχει αν μια πολιτική επιτυγχάνει τους στόχους της. Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα να γνωρίζει τα όρια κάθε μοντέλου, επειδή κάθε ποσοτικοποίηση προϋποθέτει ότι κάποιος επέλεξε τι θα μετρήσει, πώς θα το μετρήσει και ποιο αποτέλεσμα θα θεωρήσει επιτυχία.

Πίσω από τον φαινομενικά ουδέτερο αριθμό υπάρχει πάντοτε μια προηγούμενη επιλογή για το τι έχει σημασία.

Και αυτή η επιλογή δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία ούτε του τεχνοκράτη, ούτε του πολιτικού, ούτε μιας στιγμιαίας πλειοψηφίας.

Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη δημοκρατική σημασία της κατανεμημένης γνώσης. Η κοινωνία δεν είναι απλώς ένα πλήθος που πρέπει να ενημερωθεί καλύτερα για τις αποφάσεις των ειδικών. Είναι ένας από τους τόπους στους οποίους παράγεται η ίδια η γνώση που απαιτείται για να αποφασίσουμε τι ακριβώς συνιστά πρόοδο, κόστος, κίνδυνο, απώλεια ή επιτυχία.

Όταν αυτή η γνώση δεν φτάνει εγκαίρως στην πολιτική διαδικασία, η απώλεια δεν είναι μόνο δημοκρατική. Είναι και γνωσιακή. Και συχνά γίνεται ορατή πολύ αργότερα, όταν ένας άριστα μετρημένος σχεδιασμός συναντήσει μια πραγματικότητα την οποία δεν είχε συμπεριλάβει στους δείκτες του.

Ποιος, λοιπόν, ξέρει τι αξίζει; Ίσως η πιο ακριβής απάντηση είναι ότι κανείς δεν το γνωρίζει μόνος του.

Ο ειδικός γνωρίζει πράγματα που ο πολίτης δεν γνωρίζει. Ο πολίτης γνωρίζει πράγματα για τη ζωή πάνω στην οποία θα εφαρμοστεί μια απόφαση τα οποία δεν μπορούν να βρίσκονται πλήρως σε κανένα κεντρικό μοντέλο. Η διοίκηση γνωρίζει τους περιορισμούς και τις δυσκολίες της εφαρμογής. Και η πολιτική εξουσία έχει την ευθύνη να συνθέσει αυτές τις διαφορετικές μορφές γνώσης, να επιλέξει και να λογοδοτήσει για την επιλογή της.

Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστούν οι διαφορές αυτές, αλλά να οργανωθούν θεσμικά.

Σε μια τέτοια αρχιτεκτονική το μετρήσιμο δεν χάνει τη σημασία του. Χάνει μόνο την αξίωση να αποτελεί το μοναδικό μέτρο. Η επιστήμη δεν υποχωρεί· απαλλάσσεται από την απαίτηση να απαντά σε ερωτήματα που δεν είναι αποκλειστικά επιστημονικά. Η κυβέρνηση δεν παύει να αποφασίζει· παύει όμως να θεωρεί ότι η εκλογική εξουσιοδότηση της μεταβίβασε και ολόκληρη τη μελλοντική κοινωνική γνώση. Και ο πολίτης δεν καλείται απλώς να εκφέρει μια γνώμη πάνω σε μια ήδη διαμορφωμένη απόφαση, αλλά αναγνωρίζεται ως φορέας ενός μέρους της γνώσης από την οποία η ίδια η απόφαση πρέπει να παραχθεί.

Ίσως, επομένως, το πραγματικό ερώτημα μιας ώριμης πολιτικής κοινωνίας να μην είναι ποιος κατέχει την τελική γνώση του καλού, σαν να μπορούσε αυτή να βρίσκεται συγκεντρωμένη κάπου και να περιμένει απλώς να την ανακαλύψουμε. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να δημιουργήσουμε θεσμούς μέσα στους οποίους οι διαφορετικές μορφές γνώσης να συναντώνται όσο το μέλλον παραμένει ακόμη ανοικτό.

Γιατί όταν το μέλλον έχει ήδη κλείσει, η συμμετοχή έρχεται πολύ αργά. Και όταν μόνο ό,τι μετριέται αποκτά δικαίωμα να αποφασίζει, ένα σημαντικό μέρος της ανθρώπινης και κοινωνικής πραγματικότητας έχει ήδη αποκλειστεί πριν ακόμη αρχίσει η συζήτηση.

Το κείμενο εντάσσεται στο ερευνητικό πρόγραμμα «Από τη δημοσκοπική αβεβαιότητα προς την Αληθή Αντιπροσώπευση», το οποίο εξετάζει πώς η περιοδική εκλογική εξουσιοδότηση μπορεί να μετασχηματιστεί σε διαρκή σχέση γνώσης, ελέγχου, συμμετοχής, λογοδοσίας και αναθεώρησης, χωρίς να καταργείται η αναγκαία κυβερνητική αυτονομία. Η δημόσια πύλη του προγράμματος περιλαμβάνει σύντομη παρουσίαση, αναλυτική εισαγωγή δεκαπέντε λεπτών, τις Δώδεκα Δεσμεύσεις και το πλήρες ερευνητικό έργο: https://alithis- antiprosopefsi.vercel.app/.