Δημόσια HTML απόδοση του αρχειακού κειμένου. Το περιεχόμενο αποδίδεται από το προηγούμενο δημόσιο PDF χωρίς προσθήκη νέου υλικού.
Από τη διάγνωση στην πολιτική μορφή Τι λείπει από τη συζήτηση Ιωαννίδη–π. Λουδοβίκου για τη νεωτερικότητα και το ανθρώπινο
Η συζήτηση που άνοιξε στις «Ανιχνεύσεις», με αφετηρία τη συνέντευξη του Γιάννη Ιωαννίδη στον Γιώργο Σαχίνη, την κριτική παρέμβαση του π. Νικολάου Λουδοβίκου και, στη συνέχεια, τη συνθετική προσπάθεια του Παντελή Σαββίδη, είναι σημαντικότερη ίσως από όσο δείχνουν οι επιμέρους διαφωνίες της. Διότι πίσω από την «αχρηστοκρατία», την «εθνική κατάθλιψη», τη συζήτηση περί μηδενισμού, τη νεωτερικότητα, την παράδοση και πλέον την τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται ένα κοινό ερώτημα: τι είναι εκείνο που οφείλει μια κοινωνία να προστατεύει ώστε ο άνθρωπος να μη μετατραπεί σε απλό λειτουργικό εξάρτημα της αποτελεσματικότητάς της;
Το πρόβλημα της μέχρι τώρα συζήτησης δεν είναι τόσο ότι οι τρεις προσεγγίσεις αλληλοαναιρούνται. Είναι ότι κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα. Ο Ιωαννίδης μιλά κυρίως τη γλώσσα της εμπειρικής διάγνωσης. Ο π. Λουδοβίκος επιχειρεί μια ανθρωπολογική και πολιτισμική γενεαλογία της ασθένειας. Ο Σαββίδης αναζητεί μια σύνθεση και φτάνει τελικά στο αίτημα μιας επιστήμης με όρια, μιας τεχνολογίας υπό δημοκρατικό έλεγχο και μιας κοινωνίας που αναλαμβάνει την ευθύνη της. Ανάμεσα όμως στην ανθρωπολογική διάγνωση και στο δημοκρατικό αίτημα παραμένει ένα κρίσιμο κενό: ο θεσμός.
Η απαισιοδοξία δεν αρκεί για να θεμελιώσει μηδενισμό
Ο Ιωαννίδης περιγράφει μια Ελλάδα δημογραφικά συρρικνούμενη, θεσμικά αποδυναμωμένη, με φυγή ανθρώπινου δυναμικού, προβλήματα στην έρευνα, στην υγεία, στην ενημέρωση και στη λειτουργία της αξιοκρατίας. Τη συστημική αυτή παθολογία συμπυκνώνει στον όρο «αχρηστοκρατία». Μπορεί κανείς να θεωρήσει τη διάγνωσή του υπερβολικά σκοτεινή ή ανεπαρκώς ιστορικοποιημένη. Δεν είναι όμως αυτονόητο ότι από αυτό προκύπτει μηδενισμός. Η καταγγελία της παρακμής προϋποθέτει ήδη κριτήρια με τα οποία αυτή αναγνωρίζεται ως παρακμή. Όταν κάποιος απαιτεί καλύτερη επιστήμη, αξιοκρατικότερους θεσμούς, αλήθεια, λογοδοσία, δημιουργικότητα ή κοινωνική δικαιοσύνη, δεν βρίσκεται σε χώρο απουσίας αξιών. Αντιθέτως, κρίνει την πραγματικότητα επειδή θεωρεί ότι ορισμένες καταστάσεις είναι προτιμότερες από άλλες. Η απαισιοδοξία μπορεί ασφαλώς να καταλήξει σε παραίτηση. Δεν ταυτίζεται όμως εννοιολογικά με τον μηδενισμό. Εδώ η παρέμβαση του π. Λουδοβίκου εισάγει ένα ισχυρότερο ερώτημα. Δεν αρκεί, λέει κατ’ ουσίαν, να μετρήσουμε την Ελλάδα με ορισμένους δείκτες και να διαπιστώσουμε την απόκλισή της. Πρέπει προηγουμένως να ρωτήσουμε ποιος έχει ορίσει το μέτρο της προόδου με το οποίο πραγματοποιείται η μέτρηση. Αυτό είναι σημαντικό ερώτημα.
Η νεωτερικότητα και η καθολίκευση ενός επιμέρους λόγου
Η κριτική του π. Λουδοβίκου δεν πρέπει να απλουστευθεί ως πρόσκληση επιστροφής σε ένα προνεωτερικό παρελθόν. Το ουσιώδες ερώτημά του είναι αν ο δυτικός νεωτερικός λόγος ταύτισε σε υπερβολικό βαθμό την πρόοδο με έναν συγκεκριμένο τύπο εκσυγχρονισμού: τεχνολογική ανάπτυξη, οικονομική μεγέθυνση, αποτελεσματικότητα, διαρκή υπέρβαση του προηγουμένου. Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ο ισχυρότερος πυρήνας της παρέμβασής του. Όχι στην απόρριψη της νεωτερικότητας, αλλά στην κριτική της καθολίκευσης μιας επιμέρους λογικής της. Η νεωτερικότητα παρήγαγε τεράστια χειραφετητικά κεκτημένα: επιστημονικό ορθολογισμό, ατομικά δικαιώματα, πολιτική ισότητα, δυνατότητα κριτικής της αυθεντίας, αποδέσμευση του ατόμου από κληρονομικές ιεραρχίες. Παρήγαγε όμως ταυτόχρονα μια εξαιρετικά ισχυρή εργαλειακή ορθολογικότητα. Η ισχύς της είναι αναμφισβήτητη όσο απαντά στο ερώτημα: ποιο είναι το αποτελεσματικότερο μέσο για έναν δεδομένο σκοπό; Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ίδια λογική αναλαμβάνει να απαντήσει και σε ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιοι σκοποί αξίζουν να υπάρχουν; Τότε η αποτελεσματικότητα παύει να είναι εργαλείο και αποκτά αξίωση κοσμοθεωρίας. Η παιδεία μετατρέπεται κυρίως σε παραγωγή δεξιοτήτων. Η εργασία σε «ανθρώπινο κεφάλαιο». Η κατοικία σε περιουσιακό στοιχείο. Η προσοχή σε εμπορεύσιμο πόρο. Ακόμη και ο ίδιος ο άνθρωπος καλείται να διαχειρίζεται τον εαυτό του σαν διαρκώς αναβαθμιζόμενη επιχείρηση. Καμία από αυτές τις περιγραφές δεν είναι αναγκαστικά λανθασμένη. Η αποτυχία αρχίζει όταν θεωρούμε ότι εξαντλούν το αντικείμενό τους.
Τι μπορεί —και τι δεν μπορεί— να προσφέρει η παράδοση
Σε αυτό το σημείο η αναφορά του π. Λουδοβίκου στην ορθόδοξη παράδοση αποκτά πραγματικό περιεχόμενο. Μια ζωντανή παράδοση μπορεί πράγματι να διατηρεί τρόπους σχέσης που δύσκολα αναπαρίστανται στη γλώσσα της χρησιμότητας: τη δωρεά, την κοινότητα, τη μνήμη, τη σχέση των γενεών, το ανιδιοτελές, το ιερό, την υποχρέωση απέναντι στον άλλον χωρίς προηγούμενο υπολογισμό ανταλλάγματος. Μπορεί επομένως να αποτελεί φορέα αντίστασης στη μονοδιάστατη χρησιμοθηρική σύλληψη του ανθρώπου. Εδώ όμως εμφανίζεται ένα δύσκολο πρόβλημα. Θα μπορούσε δικαιολογημένα να αντιτείνει ο π. Λουδοβίκος ότι καμία θεσμική κατασκευή δεν μπορεί από μόνη της να παραγάγει ανθρωπινότητα. Ότι χωρίς μια ουσιαστική αντίληψη για το πρόσωπο, τη σχέση και το κοινό, οι θεσμοί κινδυνεύουν να καταλήξουν μηχανισμοί διαχείρισης απομονωμένων προτιμήσεων. Ο αντίλογος είναι σοβαρός.
Και η απάντηση δεν πρέπει να είναι ότι οι θεσμοί μπορούν να αντικαταστήσουν την παράδοση. Δεν μπορούν. Οι θεσμοί δεν παράγουν από μόνοι τους νόημα, αγάπη, κοινότητα, αλληλεγγύη ή αίσθηση του ιερού. Μπορούν όμως να κάνουν κάτι διαφορετικό και απολύτως κρίσιμο: να προστατεύσουν τον χώρο μέσα στον οποίο διαφορετικές μορφές νοήματος και διαφορετικές παραδόσεις ζωής μπορούν να υπάρξουν, να αναπαραχθούν και να συνδιαλλαγούν χωρίς καμία από αυτές —ούτε βεβαίως η αγορά— να αποκτήσει δικαίωμα καθολικής κυριαρχίας. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η παράδοση μπορεί να είναι πηγή ανθρωπολογικού περιεχομένου. Δεν χρειάζεται όμως να μετατραπεί σε αποκλειστικό θεσμικό μέτρο για να μπορεί να επιτελεί αυτή τη λειτουργία. Διότι μια σύγχρονη πολιτική κοινωνία περιλαμβάνει διαφορετικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, διαφορετικές αντιλήψεις περί αγαθού βίου, ακόμη και διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα αν υπάρχει κάποια δεδομένη ανθρώπινη φύση. Εάν, για να αντισταθούμε στη μονοκρατορία της οικονομικής χρησιμότητας, απαιτήσουμε την καθολική αποδοχή μιας συγκεκριμένης μεταφυσικής ανθρωπολογίας, κινδυνεύουμε να αναπαράγουμε το ίδιο δομικό σφάλμα: να αντικαταστήσουμε μία καθολική αναγωγή με μια άλλη.
Η αρχή της οντολογικής μη αναγωγιμότητας
Μήπως λοιπόν μπορούμε να κινηθούμε διαφορετικά; Να μην απαιτήσουμε συμφωνία στο τι ακριβώς είναι ο άνθρωπος, αλλά συμφωνία σε έναν περιορισμό ως προς το τι δεν δικαιούται να κάνει καμία κοινωνική λογική στον άνθρωπο. Θα ονόμαζα αυτή τη θέση Αρχή της Οντολογικής Μη Αναγωγιμότητας. Ο όρος «οντολογική» εδώ δεν εισάγει μια νέα θεωρία περί ανθρώπινης ουσίας. Δηλώνει κάτι περισσότερο περιορισμένο: ότι καμία πραγματωμένη περιγραφή, λειτουργία ή κοινωνική μορφή δεν δικαιούται να εξαντλεί το ανθρώπινο υποκείμενο και το πεδίο των μελλοντικών δυνατοτήτων του. Πρόκειται επομένως πρωτίστως για αρνητική θεσμική αρχή. Δεν μας λέει ποιος είναι ο μοναδικά ορθός τρόπος ζωής. Μας λέει ότι καμία επιμέρους διάσταση της ανθρώπινης και κοινωνικής ύπαρξης —οικονομική, παραγωγική, τεχνολογική, διοικητική, πολιτική ή ακόμη και πλειοψηφική— δεν δικαιούται να καταστεί η μοναδική μονάδα αποτίμησης όλων των υπολοίπων. Η αρχή αυτή δεν είναι αντικαπιταλιστική ή αντιτεχνολογική από μόνη της. Είναι αντιμονοπωλιακή σε βαθύτερο επίπεδο. Η οικονομική αποτελεσματικότητα έχει αξία, αλλά δεν μπορεί να εξαγοράσει κάθε άλλη βλάβη. Η πλειοψηφία νομιμοποιεί την άσκηση πολιτικής εξουσίας, αλλά δεν μετατρέπει την άποψή της σε ολότητα της κοινωνίας. Η επιστημονική γνώση μπορεί να περιγράψει με μεγάλη ακρίβεια τις συνέπειες μιας επιλογής, αλλά δεν αποφασίζει από μόνη της ποια κατανομή κινδύνου μεταξύ κοινωνικών ομάδων ή γενεών είναι δίκαιη. Η τεχνολογία μπορεί να μας πληροφορήσει τι έγινε δυνατό. Δεν μας λέει, μόνο και μόνο επειδή έγινε δυνατό, ότι πρέπει και να πραγματοποιηθεί.
«Μα αυτά δεν τα προστατεύουν ήδη τα φιλελεύθερα δικαιώματα;» Εδώ προκύπτει ένας δεύτερος εύλογος αντίλογος.
Το φιλελεύθερο συνταγματικό κράτος έχει ήδη επινοήσει ακριβώς έναν μηχανισμό προστασίας του ατόμου από την καθολική κυριαρχία της πλειοψηφίας: τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη διάκριση των εξουσιών, τον δικαστικό έλεγχο, τον πλουραλισμό. Γιατί χρειάζεται κάτι περισσότερο; Γιατί τα δικαιώματα είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκή. Προστατεύουν ένα θεμελιώδες πεδίο ελευθερίας και ανθρώπινης υπόστασης. Δεν επιλύουν όμως από μόνα τους όλα τα προβλήματα που δημιουργεί μια απόφαση η οποία μπορεί να είναι απολύτως νόμιμη και παρ’ όλα αυτά να περιορίζει δραματικά το πεδίο των μελλοντικών επιλογών. Μια ενεργειακή πολιτική, μια τεχνολογική υποδομή, μια τεράστια δημοσιονομική δέσμευση ή ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μην παραβιάζει σήμερα κανένα θεμελιώδες δικαίωμα και όμως να δημιουργεί τέτοιες εξαρτήσεις διαδρομής ώστε οι αυριανές κοινωνίες να διαθέτουν πολύ λιγότερες πραγματικές επιλογές. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι μόνο: παραβιάζεται ένα δικαίωμα; Είναι επίσης: ποιο μέλλον καθιστά η σημερινή επιλογή αδύνατο; Εδώ εισέρχονται έννοιες που δεν εξαντλούνται στον κλασικό φιλελεύθερο έλεγχο: μη αναστρεψιμότητα, διαγενεακή δέσμευση, αξία διατήρησης επιλογών, πραγματική δυνατότητα επανόδου μιας μειοψηφικής θέσης, συγκέντρωση αποφασιστικής ισχύος.
Από την αρχή στον θεσμό
Και εδώ ακριβώς μπορεί να προχωρήσει η συζήτηση που άνοιξαν οι «Ανιχνεύσεις». Ο Παντελής Σαββίδης καταλήγει ζητώντας επιστήμη με όρια, τεχνολογία υπό δημοκρατικό έλεγχο και κοινωνία ικανή να αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών της. Συμφωνώ. Αλλά το αποφασιστικό ερώτημα έρχεται αμέσως μετά: τι σημαίνουν αυτά θεσμικά; Πώς εμποδίζεται μια κυβέρνηση να παρουσιάζει μια πολιτική επιλογή ως τεχνική αναγκαιότητα; Πώς εμποδίζεται μια πλειοψηφία να παράγει δυσανάλογα μη αναστρέψιμα τετελεσμένα; Πώς προστατεύεται το μέλλον από αποφάσεις του παρόντος; Πώς διατηρείται πολιτικά ενεργός εκείνος που σήμερα ηττήθηκε; Πώς ελέγχεται μια τεχνολογική εφαρμογή πριν δημιουργήσει συνθήκες που δεν μπορούν πλέον ουσιαστικά να ανακληθούν; Αυτά δεν είναι πλέον ερωτήματα ηθικής προτροπής. Είναι ερωτήματα θεσμικής αρχιτεκτονικής. Και εδώ η Οντολογική Μη Αναγωγιμότητα μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Μια ουσιώδης δημόσια απόφαση πρέπει να υποχρεώνεται να εμφανίζει όχι μόνο την προτεινόμενη λύση αλλά τις πραγματικές εναλλακτικές της, τους ωφελουμένους και τους επιβαρυνομένους, το κόστος ευκαιρίας, τις μη χρηματικές συνέπειες και τις επιλογές που ενδέχεται να χαθούν οριστικά. Ορισμένες κρίσιμες διαστάσεις —θεμελιώδη δικαιώματα, μη αναστρέψιμες βλάβες, ακραίες διαγενεακές δεσμεύσεις— δεν πρέπει να εξαφανίζονται μέσα σε έναν υψηλό συνολικό δείκτη οικονομικού οφέλους. Οι αποφάσεις πρέπει, όσο το επιτρέπει η φύση τους, να περιλαμβάνουν εξαρχής μηχανισμούς επανεξέτασης, αναθεώρησης και παύσης.
Και η πολιτική ήττα δεν πρέπει ποτέ να ισοδυναμεί με πολιτικό αφανισμό: εκείνος που μειοψήφησε σήμερα πρέπει να διατηρεί πραγματική δυνατότητα να επανέλθει αύριο, να επαναδιατυπώσει το αίτημά του και να διεκδικήσει μια νέα μορφοποίηση του κοινού. Η αρχή, επομένως, είναι ελέγξιμη στις συνέπειές της. Μπορούμε να ρωτήσουμε συγκεκριμένα αν μια πολιτική διατηρεί εναλλακτικές, αν δημιουργεί μη αναστρέψιμα αποτελέσματα, αν συγκεντρώνει αποφασιστική ισχύ, αν επιτρέπει θεσμική επανείσοδο όσων ηττήθηκαν, αν αντιμετωπίζει ως ασύμμετρες ορισμένες βλάβες που δεν είναι εύλογο να συμψηφίζονται με χρηματικά οφέλη. Δεν χρειάζεται να ποσοτικοποιηθεί ο άνθρωπος. Χρειάζεται να γίνουν ορατές οι συνθήκες υπό τις οποίες μια απόφαση αρχίζει να περιορίζει υπέρμετρα το μελλοντικό του γίγνεσθαι.
Το βαθύτερο πρόβλημα της αντιπροσώπευσης
Υπό αυτή την οπτική, η κρίση της αντιπροσώπευσης δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι ψηφίζουμε ανά τετραετία. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στην εφήμερη φύση της δημοκρατικής εντολής και στη διάρκεια των συνεπειών που παράγονται στο όνομά της. Μια στιγμιαία πλειοψηφία μπορεί να λάβει αποφάσεις που μεταβάλλουν για δεκαετίες το πεδίο μέσα στο οποίο θα αποφασίζουν και όσοι δεν την επέλεξαν — ακόμη και όσοι δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Γι’ αυτό η αντιπροσώπευση δεν μπορεί να νοείται μόνο ως πιστή καταγραφή της κοινωνίας σε μια εκλογική στιγμή. Πρέπει να λειτουργεί ως διαρκής σχέση μεταξύ μιας κοινωνίας που μεταβάλλεται και μιας θεσμικής μορφής που οφείλει να μπορεί να μεταβάλλεται μαζί της. Αυτό σημαίνει πραγματική διαφάνεια της αποφασιστικής ισχύος, συμμετοχή πριν δημιουργηθούν τετελεσμένα, υποχρέωση αιτιολόγησης, δυνατότητα ελέγχου, θεσμική μνήμη, αναθεωρησιμότητα και —όπου απαιτείται— αφαίρεση αρμοδιότητας ή ανακλητότητα. Όχι επειδή η κοινωνία γνωρίζει πάντοτε το σωστό. Αλλά ακριβώς επειδή δεν το γνωρίζει. Η δημοκρατία, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι μηχανισμός παραγωγής αλάθητων αποφάσεων. Είναι μηχανισμός που πρέπει να εμποδίζει τις αναπόφευκτα ατελείς αποφάσεις μας να γίνονται ευκολότερα αμετάκλητες απ’ όσο δικαιολογείται.
Πέρα από το δίλημμα νεωτερικότητα ή παράδοση
Έτσι το αρχικό δίλημμα μεταβάλλεται. Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε μεταξύ Ιωαννίδη και π. Λουδοβίκου. Ούτε μεταξύ νεωτερικότητας και παράδοσης. Χρειαζόμαστε τα χειραφετητικά κεκτημένα της νεωτερικότητας χωρίς την αξίωση ότι μια μορφή εργαλειακής ορθολογικότητας μπορεί να εξαντλήσει το ανθρώπινο. Και μπορούμε να αντλούμε από τις παραδόσεις μορφές σχέσης, μνήμης και νοήματος χωρίς να τις μετατρέπουμε σε υποχρεωτική μεταφυσική για όλους. Το πολιτικό ζητούμενο είναι ακριβέστερο: να οικοδομήσουμε θεσμούς που δεν αποφασίζουν εκ των προτέρων τι πρέπει να είναι ο άνθρωπος, αλλά εμποδίζουν οποιαδήποτε επιμέρους δύναμη —αγορά,
κράτος, πλειοψηφία, τεχνοκρατία, αλγόριθμο ή ιδεολογία— να αποφασίσει εξαντλητικά τι επιτρέπεται να είναι. Οι θεσμοί αυτοί δεν θα παράγουν νόημα. Ούτε θα υποκαταστήσουν την οικογένεια, την κοινότητα, τη θρησκευτική παράδοση, τη φιλοσοφία, την τέχνη ή τις άλλες μορφές μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συγκροτούν έναν κόσμο που αξίζει να βιωθεί. Θα έχουν όμως μια πολύ συγκεκριμένη και κρίσιμη λειτουργία: να εμποδίζουν μία μόνο λογική να καταστρέψει τον χώρο μέσα στον οποίο όλες αυτές οι μορφές μπορούν να εξακολουθούν να γεννιούνται. Εδώ, νομίζω, η συζήτηση για την «εθνική κατάθλιψη» συναντά ένα πολύ ευρύτερο πρόβλημα της εποχής. Και εδώ η συζήτηση παύει να είναι μόνο διάγνωση. Γίνεται πολιτική πρόταση. Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου ερευνητικού έργου που αναπτύσσεται στο βιβλίο μου Από τη δημοσκοπική αβεβαιότητα προς την αληθή αντιπροσώπευση: Έρευνα, θεωρητική θεμελίωση και θεσμικό σχέδιο για δημοκρατικά ελέγξιμη και αναθεωρήσιμη διακυβέρνηση. Η αφετηρία του έργου είναι το πρόβλημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το βαθύτερο ερώτημά του, όμως, είναι ίσως ακριβώς αυτό:
πώς μπορεί μια κοινωνία να αποφασίζει χωρίς η εκάστοτε απόφασή της να εξαντλεί το πεδίο του δυνατού;