Δημόσια HTML απόδοση του αρχειακού κειμένου. Το περιεχόμενο αποδίδεται από το προηγούμενο δημόσιο PDF χωρίς προσθήκη νέου υλικού.
Το αόρατο κόστος του μέλλοντος. Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο κριτήριο αξιολόγησης των δημόσιων πολιτικών
Κάθε εποχή έχει τις δικές της βεβαιότητες. Η δική μας φαίνεται να έχει μία κυρίαρχη: ότι οι δημόσιες πολιτικές μπορούν να αξιολογηθούν επαρκώς μέσω των οικονομικών τους αποτελεσμάτων. Ρυθμοί ανάπτυξης, δημόσιο χρέος, δημοσιονομικά ελλείμματα, πρωτογενή πλεονάσματα, πιστοληπτικές αξιολογήσεις, επενδυτική βαθμίδα. Όλα μετριούνται, συγκρίνονται και τελικά, καθορίζουν σχεδόν αποκλειστικά το περιεχόμενο του δημόσιου διαλόγου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι αυτοί οι δείκτες είναι αναγκαίοι. Το ερώτημα είναι αν είναι επαρκείς διότι μια πολιτική κοινότητα δεν εξαντλείται στους ισολογισμούς της. Η πραγματική της ισχύς δεν βρίσκεται μόνο σε όσα παράγει σήμερα, αλλά και στην ικανότητά της να συνεχίσει να παράγει οικονομία, θεσμούς, γνώση, άμυνα, συνοχή και πολιτισμό αύριο. Και αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που σχεδόν απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση.
Η πρόσφατη αντιπαράθεση για την πρόωρη αποπληρωμή μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι χαρακτηριστική. Η μία άποψη θεωρεί ότι η μείωση του χρέους περιορίζει τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο, θωρακίζει τη χώρα απέναντι στις διακυμάνσεις των επιτοκίων και ενισχύει την αξιοπιστία της. Η άλλη υποστηρίζει ότι οι ίδιοι πόροι θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν δημόσιες επενδύσεις με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, ενισχύοντας την παραγωγή, τα δημόσια έσοδα και το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η αντιπαράθεση είναι ουσιαστική. Όμως και οι δύο προσεγγίσεις συμμερίζονται την ίδια βασική παραδοχή. Ότι το ζητούμενο είναι να εντοπιστεί η οικονομικά βέλτιστη επιλογή. Ίσως όμως αυτό να μην είναι το σημαντικότερο ερώτημα. Ίσως το πραγματικό ερώτημα να είναι άλλο. Ποια από τις δύο επιλογές διατηρεί ή διευρύνει περισσότερο την ικανότητα της ελληνικής κοινωνίας να εξακολουθήσει να δημιουργεί δυνατότητες στο μέλλον; Η διαφορά είναι βαθιά. Δεν αφορά την απόδοση μιας πολιτικής. Αφορά την αναπαραγωγική ικανότητα της ίδιας της πολιτικής κοινότητας.
Η οικονομική επιστήμη διαθέτει σήμερα εντυπωσιακά εργαλεία. Υπολογίζει δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές, καθαρές παρούσες αξίες, φορολογικές επιστροφές, κόστος κεφαλαίου, δυναμική του χρέους. Ακόμη και ο κίνδυνος των κυμαινόμενων επιτοκίων μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αντιμετωπισθεί με χρηματοοικονομικά εργαλεία αντιστάθμισης, όπως τα επιτοκιακά swaps, χωρίς να απαιτείται κατ' ανάγκην η άμεση αποπληρωμή των σχετικών υποχρεώσεων. Όλα αυτά είναι απολύτως αναγκαία. Όμως όλα απαντούν στο ίδιο ερώτημα: Ποια πολιτική παράγει μεγαλύτερη οικονομική αποτελεσματικότητα; Δεν απαντούν σε ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ερώτημα: Ποια πολιτική διατηρεί τις ίδιες τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στην κοινωνία να συνεχίσει να είναι δημιουργική μετά από είκοσι ή τριάντα χρόνια; Η διαφορά ανάμεσα στα δύο ερωτήματα δεν είναι τεχνική. Είναι οντολογική.
Η δημογραφία αποκαλύπτει με τον πιο καθαρό τρόπο αυτή τη διάκριση. Συνήθως συζητούμε το δημογραφικό εργαλειακά. Χρειαζόμαστε περισσότερες γεννήσεις για να στηριχθεί το ασφαλιστικό. Χρειαζόμαστε περισσότερους νέους για να στελεχωθούν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Χρειαζόμαστε πληθυσμό στην περιφέρεια για να μη χαθεί η παραγωγική ζωή της υπαίθρου. Όλα αυτά είναι σωστά αλλά είναι μόνο οι συνέπειες. Δεν είναι ο πυρήνας του προβλήματος. Το δημογραφικό δεν αφορά πρωτίστως τον αριθμό των ανθρώπων. Αφορά την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανανεώνει τον ανθρώπινο φορέα όλων των λειτουργιών της: της οικονομίας, της γνώσης, της παραγωγής, της άμυνας, των θεσμών. Της ίδιας της ιστορικής της συνέχειας. Η δημογραφία δεν είναι απλώς ένας δείκτης. Είναι η έκφραση της ικανότητας μιας πολιτικής κοινότητας να συνεχίσει να υπάρχει ως δημιουργική κοινότητα.
Από αυτή την οπτική αλλάζει και το νόημα της δημογραφικής πολιτικής. Δεν είναι έργο της πολιτείας να επιβάλει έναν αριθμό γεννήσεων, ούτε να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως μέσα εξυπηρέτησης του ασφαλιστικού συστήματος ή της οικονομικής μεγέθυνσης. Η αποστολή της είναι βαθύτερη. Να αφαιρεί τα εμπόδια που περιορίζουν τις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Όταν ένα νέο ζευγάρι δεν μπορεί να δημιουργήσει την οικογένεια που επιθυμεί επειδή η κατοικία καθίσταται απρόσιτη, η εργασία επισφαλής, η φροντίδα των παιδιών ανεπαρκής και η προοπτική της ζωής αβέβαιη, τότε η κοινωνία δεν αντιμετωπίζει μόνο δημογραφικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει πρόβλημα ελευθερίας. Έχει ήδη συρρικνώσει το πεδίο των πραγματικών δυνατοτήτων των πολιτών της.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις δημόσιες επενδύσεις. Η σύγκριση ανάμεσα στην πρόωρη αποπληρωμή του χρέους και στη χρηματοδότηση επενδύσεων δεν είναι απλώς μια σύγκριση δύο οικονομικών επιλογών, είναι σύγκριση δύο διαφορετικών στρατηγικών αναπαραγωγής της πολιτικής κοινότητας. Η μία μειώνει έναν χρηματοοικονομικό κίνδυνο. Η άλλη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, να συγκρατήσει το ανθρώπινο κεφάλαιο, να ενισχύσει την καινοτομία, να αναζωογονήσει την περιφέρεια, να επηρεάσει θετικά τη δημογραφική δυναμική και να βελτιώσει τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα της χώρας. Η τελική κρίση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε έναν λογιστικό υπολογισμό. Χρειάζεται ένα δεύτερο επίπεδο αξιολόγησης. Ένα επίπεδο που να εξετάζει όχι μόνο το οικονομικό αποτέλεσμα μιας επιλογής, αλλά και την επίδρασή της στις μελλοντικές δυνατότητες της κοινωνίας. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια έννοια που, κατά τη γνώμη μου, απουσιάζει από τον δημόσιο διάλογο: Το οντολογικό κόστος ευκαιρίας. Δεν είναι το εισόδημα που χάνεται αλλά οι δυνατότητες που δεν θα υπάρξουν ποτέ.
Εδώ όμως εμφανίζεται και ένα ακόμη δυσκολότερο ερώτημα. Ας υποθέσουμε ότι μια πολιτική πράγματι διευρύνει τις συλλογικές δυνατότητες. Για ποιον τις διευρύνει; Διότι μια κοινωνία μπορεί να παράγει περισσότερο πλούτο, περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη γνώση και περισσότερες ευκαιρίες. Αν όμως οι δυνατότητες αυτές καθίστανται πραγματικά προσβάσιμες μόνο σε ένα μικρό μέρος της, τότε το μέλλον παραμένει ανοικτό μόνο για λίγους. Η υπόλοιπη κοινωνία δεν βιώνει διεύρυνση αλλά βιώνει αποκλεισμό. Εδώ βρίσκεται μια δεύτερη θεμελιώδης αποστολή της δημόσιας πολιτικής. Δεν αρκεί να δημιουργεί δυνατότητες. Οφείλει να διασφαλίζει ότι οι δυνατότητες αυτές παραμένουν πραγματικά προσβάσιμες. Όχι επειδή αυτό επιβάλλει κάποια αφηρημένη θεωρία ισότητας, αλλά επειδή μια πολιτική κοινότητα δεν μπορεί να αναπαράγει τον εαυτό της όταν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των μελών της αποκλείεται από τις δυνατότητες που η ίδια παράγει. Η δικαιοσύνη δεν εμφανίζεται εδώ ως αντίπαλος της αποτελεσματικότητας. Εμφανίζεται ως προϋπόθεση της ιστορικής της βιωσιμότητας.
Ίσως λοιπόν η δημόσια πολιτική χρειάζεται ένα συμπληρωματικό κριτήριο αξιολόγησης. Κάθε σημαντική επιλογή θα όφειλε να εξετάζεται με βάση τρία ερωτήματα:
Διατηρεί την αναπαραγωγική ικανότητα της πολιτικής κοινότητας; Διευρύνει το πεδίο των μελλοντικών δυνατοτήτων της; Παραμένουν οι δυνατότητες αυτές πραγματικά προσβάσιμες στα μέλη της; Το κριτήριο αυτό δεν αντικαθιστά την οικονομική ανάλυση. Τη συμπληρώνει. Δεν υποκαθιστά τη δημοσιονομική πειθαρχία. Την εντάσσει σε έναν ευρύτερο ορίζοντα. Δεν αντιπαραθέτει την οικονομία στη δημογραφία ή την ανάπτυξη στη δικαιοσύνη. Επιχειρεί να τις επανεντάξει σε μια ενιαία αντίληψη για το τι σημαίνει πολιτική κοινότητα.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη αδυναμία του σημερινού πολιτικού διαλόγου να μην είναι ότι δίνει λανθασμένες απαντήσεις. Ίσως είναι ότι θέτει λανθασμένα ερωτήματα. Συζητούμε αδιάκοπα για το πόσο θα αναπτυχθεί η οικονομία, πόσο θα μειωθεί το χρέος, πόσο θα αυξηθούν οι επενδύσεις. Συζητούμε πολύ λιγότερο για το αν οι επιλογές αυτές αφήνουν στις επόμενες γενιές περισσότερες ή λιγότερες πραγματικές δυνατότητες από εκείνες που παραλάβαμε. Κι όμως, ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο πολιτικό ερώτημα του καιρού μας. Γιατί το μέλλον δεν εξαντλείται σε έναν ρυθμό ανάπτυξης. Το μέλλον είναι η δυνατότητα μιας κοινωνίας να συνεχίσει να δημιουργεί, να ανανεώνεται και να επιλέγει. Και η μεγαλύτερη ευθύνη κάθε γενιάς δεν είναι μόνο να παραδώσει λιγότερα χρέη. Είναι να παραδώσει έναν μεγαλύτερο ορίζοντα δυνατοτήτων. Αν ο δημόσιος διάλογος δεν θέτει ακόμη αυτό το ερώτημα, τότε ίσως αυτή ακριβώς η απουσία να αποτελεί τον λόγο ύπαρξης αυτού του άρθρου.